Αναδημοσίευση από το ΣΗΜΜΥ (που το πήρε από το Indymedia).
hack: vb.
To cut irregulary, without skill or definite purpose; to
notch; to mangle by repeated strokes of a cutting
instrument; as, to hack a post.
Το purspose βέβαια ήταν definite :)
Καλά πολύ γέλιο…ειδικά το πρώτο comment:
“χρειάζεται προσοχή όταν την καταστρέφετε. χρειάζονται ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ μάσκες, με φίλτρο για να μην εισπνέετε τα διάφορα καρικινογονο-επικυνδυνο-δενξερωγω τι, υλικά που είναι φτιαγμένες.”
Ούτε αυτός δεν ξέρει αλλά σίγουρα είναι καρκινογόνα τα “υλικά”…
Έλεος…